Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Ο τροχός της Ιστορίας…


Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012, στην 31η συνεδρίαση του έκτακτου στρατοδικείου Κορυδαλλού για την υπόθεση της οργάνωσης «Επαναστατικός Αγώνας» και ο Δημήτρης Κουφοντίνας καταθέτει ως μάρτυρας υπεράσπισης των τριών μελών της οργάνωσης (Παναγιώτα Ρούπα, Νίκος Μαζιώτης, Κώστας Γουρνάς) που έχουν αναλάβει την πολιτική ευθύνη. Η απομαγνητοφώνηση έγινε από τη Συνέλευση για την υπόθεση του Ε.Α. και δημοσιεύθηκε στο AthensIndymedia. Σταχυολογούμε κάποια χαρακτηριστικά σημεία από τη μαρτυρία του έγκλειστου μέλους της Ε.Ο. 17Ν:


[…] Οι δυο μεγάλες παραδόσεις του επαναστατικού κινήματος, η μαρξιστική από την οποία προέρχομαι και η ελευθεριακή, η αναρχική έχουν τελικά το ίδιο όραμα. Θέλουν μια κοινωνία ελευθερίας, δικαιοσύνης, ισότητας, δίχως τάξεις, δίχως πολέμους, δίχως βία. Αξιακά οι δυνάμεις που συνιστούν το επαναστατικό κίνημα, αξιακά και ηθικά, ατομικά και συλλογικά, από την επιδίωξη τους και από το αξιακό τους σύστημα, είναι κατά της βίας, απεχθάνονται την βία. Αν επιλέγουν τη βία είναι γιατί αυτό τους επιβάλλεται από την κοινωνική, οικονομική και πολιτική πραγματικότητα. Γνωρίζουν ότι για να φτάσουμε σε αυτή την κοινωνία που ονειρευόμαστε, χρειάζεται να αντιπαρατεθούμε με πελώρια, πανίσχυρα και αδυσώπητα ταξικά συμφέροντα, ότι η κυρίαρχη τάξη δεν θα παραδώσει ποτέ την κυριαρχία της ειρηνικά. Πολύ θα το θέλαμε να καθόμασταν σπίτι και με μια ψήφο να αλλάζαμε την κοινωνία. Αυτό όμως, είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, είτε μας αρέσει είτε δεν μας αρέσει, είναι ιστορικός νόμος ότι οι άρχουσες τάξεις θα χρησιμοποιήσουν το μέγιστο ποσοστό βίας, με σκληρότητα και αποφασιστικότητα για να αποτρέψουν την κοινωνική αλλαγή. Έτσι έχει συμβεί πάντα, αιώνες τώρα. Ακόμα και η κοινωνική μορφή στην οποία ζούμε και την οποία υποφέρουμε, ο καπιταλισμός, για να επικρατήσει χρειάστηκε να ανοίξει δρόμο με κανόνια και μπαγιονέτες και κάποια ιστορική στιγμή με την λαιμητόμο και με το τσεκούρι του δημίου, χρειάστηκε να πέσουν κεφάλια εστεμμένων. Είναι νόμος. Αυτοί που παλεύουν για να αλλάξει η κοινωνία, ξέρουν επίσης ότι σήμερα δεν επικρατεί στην κοινωνία ειρήνη, ισότητα, δικαιοσύνη πραγματική, αληθινή δημοκρατία. Έχουμε κοινωνικό πόλεμο. Το ξέρουν από την πρώτη στιγμή, από τότε που αποκτούν συνείδηση του εαυτού τους, στην αρχή συναισθηματικά, στην συνέχεια λογικά και ύστερα με την μελέτη των θεωρητικών μας, ότι αντιμετωπίζουμε έναν αδυσώπητο κοινωνικό πόλεμο. Αυτό το γνωρίζουν πιο πολύ και πιο καλά από μας που υποφέρουμε αυτόν τον πόλεμο, εκείνοι που τον εξαπολύουν. Αυτοί δεν χρειάζεται να διαβάσουν Μαρξ για να καταλάβουν και να μάθουν ότι η μέχρι τώρα ιστορία, είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων, το ξέρουν καλά, είναι εγγεγραμμένο στο DNA τους. Και τον ασκούν αυτόν τον πόλεμο, τον εξαπολύουν αυτόν τον πόλεμο, τηρώντας πλήρως τους νόμους αυτού του πολέμου. Με αποφασιστικότητα, δίχως να διστάσουν ούτε στιγμή, τον εξαπολύουν μέχρι τις έσχατες συνέπειες του, δίχως να χαλαρώνουν ούτε στιγμή την επίθεση τους, μέχρι να επικρατήσουν, μέχρι να μας συντρίψουν. […] Ο Καρλ Μαρξ είχε ονομάσει τον πόλεμο των πλουσίων εναντίον των φτωχών άκρως άδικο και θεωρούσε ότι αυτή η τάξη των πλουσίων, το κεφάλαιο δηλαδή είναι ο πολιτικά και ιστορικά επιτιθέμενος και η τάξη των φτωχών, η εργασία είναι η πολιτικά ιστορικά αμυνόμενη, και ο πόλεμός μας όπως ο ίδιος ο Μαρξ πάλι είπε είναι ο μόνος δίκαιος πόλεμος στην Ιστορία. Ο πόλεμος των υπόδουλων εναντίον των καταπιεστών τους. Για να έρθουμε στην εκδοχή του πολέμου που ζούμε τώρα.. Η άρχουσα τάξη, ο ελληνικός καπιταλισμός αποδέχθηκε ως σύνολο λέω και όχι απλώς κάποιοι άφρονες πολιτικοί όπως λέγανε παλιά κάποιοι άφρονες συνταγματάρχες στη Χούντα, αποδέχθηκε να γίνει η χώρα πειραματόζωο. Να γίνει το εργαστήριο του κεφαλαίου. Μιλώ για το κεφάλαιο με την ευρύτερη έννοια η οποία συμπεριλαμβάνει και τους υπερεθνικούς οικονομικούς θεσμούς και τις κυβερνήσεις των κεντρικών καπιταλιστικών κρατών κυρίως, όσο μας αφορά, το 4ο Ράιχ. Το κεφάλαιο βλέπει αυτή την χώρα ως κοινωνικό εργαστήρι για να δοκιμάσει την κοινωνική αντοχή απέναντι στην επίθεση της λιτότητας. Για να δουν πώς θα εκφραστεί αυτή σε πολιτικούς όρους. Για να δει μέχρι πού μπορεί να πάει τα πράγματα. Για να δουν πόσο πίσω μπορούν να μας πάνε ως κοινωνία. Και ξέρετε, σε αυτήν την επιλογή είναι ανελέητοι. Δεν υπάρχει τέλος σε αυτήν την επίθεση. Το μόνο τέλος είναι το τέλος αυτού του πειραματόζωου. Ο μόνος τρόπος για να σταματήσει, να αντιστραφεί αυτή η επίθεση, είναι να αντιδράσει το πειραματόζωο, να αντισταθεί, να ξεσηκωθεί ο λαός. Έχουν κάνει λοιπόν την χώρα ένα κοινωνικό εργαστήρι του κεφαλαίου. Την έχουν κάνει ένα πεδίο δοκιμής οικονομικών όπλων, ένα πεδίο βολής εναντίον, δυστυχώς, ακίνητων στόχων. Δυστυχώς αυτή είναι η πραγματικότητα. Το βαρύ όπλο τους εναντίον μας είναι το όπλο της ανεργίας. Μια πραγματική ανεργία σήμερα που αγγίζει το 40%, που φτάνει το 70% στους νέους, ένας τέτοιος όγκος ανέργων, οι οποίοι είναι μακροχρόνια άνεργοι που σημαίνει ότι δεν παίρνουν πια ούτε αυτό το επίδομα ανεργίας, είναι έτοιμοι να πάνε να εργαστούν με ελάχιστο μισθό, με 1 ευρώ την ώρα, κάτω από τις χειρότερες συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας με οποιοδήποτε ωράριο τους απαιτηθεί, τους επιβληθεί μάλλον. Με το βαρύ όπλο, με αυτό το άκρως αποτελεσματικό όπλο χτυπούν στη βάση του το οικοδόμημα των μισθών, μέχρι να το κατεδαφίσουν. Αυτό το οικοδόμημα των μισθών και των εργασιακών σχέσεων το θεωρούσαμε στέρεο και δεδομένο, ξεχνώντας ότι το συνδετικό υλικό του είναι οι μαχητικοί αγώνες, είναι το αίμα που χύθηκε. Όταν λείπει αυτό το συνδετικό υλικό όταν λείπουν οι μαχητικοί και ανυποχώρητοι ταξικοί αγώνες, αυτό το οικοδόμημα θα γκρεμιστεί σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Αυτό θέλουν, θέλουν να οξύνουν την εκμετάλλευση της εργασίας στον υπέρτατο βαθμό, σε κτηνώδη βαθμό. Θέλουν να μας φτωχοποιήσουν ολοένα και περισσότερο, θέλουν να εξαθλιώσουν ολοένα και ευρύτερες κοινωνικές μερίδες. Θέλουν να λεηλατήσουν τον κοινωνικό πλούτο, τη δημόσια περιουσία, θέλουν να ανοίξουν ακόμα και τους τελευταίους τομείς που έχουν μείνει στην εκμετάλλευση του κεφαλαίου. Την παιδεία, την υγεία, τα βασικά αγαθά, το ρεύμα το νερό κι ας είναι βασικό, απαραίτητο για την επιβίωση, αγαθό. Αυτά είναι τα σχέδιά τους, αυτά δοκιμάζουν. Και αυτά ο ελληνικός καπιταλισμός αποδέχεται. Ο ελληνικός καπιταλισμός όμως δεν μπορεί να εγγυηθεί τίποτα. Δεν μπορεί να προσφέρει αυτήν την στιγμή τα στοιχειώδη, τα βασικά, τα στοιχειωδέστερα κοινωνικά αγαθά. Πέστε μου, αυτό πώς ερμηνεύεται με όρους δικαίου, πώς ερμηνεύεται με όρους κοινωνικής ασφάλειας, με την ευρύτερη έννοια; Μπορεί να σας πω πώς ερμηνεύεται με όρους του επαναστατικού δικαίου. Με όρους κοινωνικής διάσωσης και κοινωνικής ανασυγκρότησης. Κοιτάξτε, εσείς που ζείτε έξω βλέπετε να αυξάνονται συνέχεια τα σκοτεινά σπίτια, να πληθαίνουν οι άνθρωποι που τρώνε από τα σκουπίδια, να πληθαίνουν τα παιδιά που υποσιτίζονται, οι άρρωστοι που πεθαίνουν αβοήθητοι δίχως φάρμακα. Γιατί έχουν διαλύσει και αυτόν τον τομέα, τον τομέα της υγείας, για να τον παραδώσουν και αυτόν στις δαγκάνες του κεφαλαίου. Ιδιαίτερα για τους αδύναμους που πετιούνται στον κοινωνικό Καιάδα. Μιλάμε για την απόλυτη φρίκη, μιλάμε για τα όνειρα που έχουν δολοφονηθεί. Σκοτώνουν το χαμόγελο του Έλληνα, ο ελληνικός λαός είναι ένας λαός αισιόδοξος. Είχε πάντα πολύ χαμηλό δείκτη αυτοκτονιών, ήτανε πάντα μικρότερος από το 1/3 του μέσου όρου της Ε.Ε. μέχρι το 2010. Και από το 2010 μέχρι τώρα σε λιγότερο από 3 χρόνια έχουμε πάνω από 2000 αυτοκτονίες. 2000 δολοφονίες που επίσημα καταγράφονται ως αυτοκτονίες. Ατομικές τραγωδίες μιας βαθιά πληγωμένης κοινωνίας. Αυτοί οι δολοφονημένοι σβήνουν σιωπηλά. Όμως όχι όλοι. Στις 4 Απριλίου, στις 8.45 το πρωί στο Σύνταγμα, στην πλατεία των αγώνων, ο Δημήτρης Χριστούλας διέρρηξε την μεγάλη του καρδιά. Έγραψε με το αίμα της καρδιάς του ένα μήνυμα στους νέους δίχως μέλλον, να πάρουν τα όπλα και να κρεμάσουν ανάποδα τους προδότες της κατοχικής κυβέρνησης του Τσολάκογλου. Αυτή η κραυγή για εξέγερση συναντάει την κραυγή, την παμπάλαια κραυγή που ακούγεται σε αυτόν τον τόπο, που διατρέχει σαν πύρινο υπόγειο μάγμα την Ιστορία του. Μου θύμισε την εποχή που η αριστερά ήταν επαναστατική, όταν σε παρόμοιες συγκυρίες εθνικής και κοινωνικής καταστροφής όπως σήμερα, επέλεξε τον δρόμο της σύστασης ενός μετώπου αντίστασης από όλες τις ζωντανές δυνάμεις της χώρας μου θύμισε τον λόγο του Δημήτρη Γληνού στο βιβλίο «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ», ένα μικρό βιβλιαράκι – δεν θα σας το αφήσω γιατί δυσκολεύτηκα πολύ να το βρω– ήταν τότε που οι διανοούμενοι έμπαιναν στην πρώτη γραμμή, δεν εξαφανίζονταν, δεν λούφαζαν, δεν πρόδιναν. Σας διαβάζω δυο αράδες μονάχα από τον λόγο του Δημήτρη Γληνού. Λέει «όταν ο Χίτλερ ετοίμαζε τα κρυφά εγκληματικά του σχέδια για την υποδούλωση των ευρωπαϊκών λαών, συζητώντας με έναν φίλο του που τον ρωτούσε με ποιον τρόπο θα καμφθεί η εσωτερική αντίσταση των λαών και θα τους παραλύσει, είπε με την συνηθισμένη του ξετσιπωσιά «σε κάθε τόπο θα βρεθούνε κάμποσα φιλόδοξα και ιδιοτελή καθάρματα που θα εξυπηρετήσουν το πρόγραμμα και τους σκοπούς μου». Πρόθυμα και ιδιοτελή καθάρματα, πρόθυμα, φιλόδοξα και ιδιοτελή καθάρματα, οι Τσολάκογλου του χτες. Οι Σαμαράδες, οι Βενιζέλοι, οι Κουβέληδες του σήμερα. Οι Παπανδρέου, οι Καραμανλήδες, οι Μητσοτάκηδες, οι Λοβέρδοι. Μόνο που αυτοί δεν είναι οι προδότες της πατρίδας. Στην πατρίδα, την κοινή μας πατρίδα, πάντα αντιπάλευαν δύο πατρίδες. Η φτωχή πατρίδα της εργασίας και η πλούσια πατρίδα αυτών που είναι προσκολλημένοι σαν βδέλλες στο σώμα της φτωχιάς πατρίδας που την απομυζούν. Οι πλούσιοι της άρχουσας τάξης κι εκείνοι οι πολιτικοί που μπήκαν φτωχαδάκια στην πολιτική και βγήκαν πάμπλουτοι, αυτά τα ιδιοτελή και φιλόδοξα καθάρματα είναι που μας οδηγούν στην εθνική και κοινωνική καταστροφή. Κι όσο αφορά την αντιβία. Αυτή δεν είναι καμία εφεύρεση ούτε της 17Ν ούτε του Επαναστατικού Αγώνα, είναι παμπάλαια, ένα παμπάλαιο δικαίωμα θέλω να πω του επαναστατικού κινήματος το οποίο απορρέει και νομιμοποιείται από την αξιακή του βάση από τις θεμελιώδεις αξίες που θεωρεί αδιαπραγμάτευτες: ελευθερία, κοινωνική δικαιοσύνη, ισότητα, πραγματική δημοκρατία, κοινωνική αλληλεγγύη, αυτοδιαχείριση, αυτές οι αξίες ήταν πάντα οι αξίες της αριστεράς, πάντα κάτω από αυτό το πρίσμα έκρινε το υπάρχον κοινωνικό σύστημα και το ισχύον δίκαιο, και όταν έβρισκε ότι ήταν αντίθετα σε αυτές τις αξίες νομιμοποιούταν να τα ανατρέψει με κάθε τρόπο, νομιμοποιούταν να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο που θεωρούσε πρόσφορο στις εκάστοτε συγκυρίες. Να χρησιμοποιήσει κάθε μορφή αγώνα, και τον συνδυασμό όλων των μορφών αγώνα. […] Η αριστερά σταδιακά εγκατέλειψε την έννοια του κοινωνικού πολέμου, εξομοίωσε τον κοινωνικό θύτη με το κοινωνικό θύμα, εξομοίωσε τον ιστορικά πολιτικά επιτιθέμενο με τον πολιτικά ιστορικά αμυνόμενο και έφθασε ακόμα να θεωρεί τη δίκαια αντιβία των θυμάτων της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης ως πρωτογενή βία. Με αυτό τον τρόπο έχασε το ηθικό της πλεονέκτημα, ξέχασε την ουσία της αριστερής πολιτικής που είναι η πολιτική της σύγκρουσης και εξαντλεί έτσι τον ιστορικό της ρόλο. Αυτή η μετατόπιση της αριστεράς προς συντηρητικές κατευθύνσεις, δημιούργησε ένα χώρο, έναν κενό χώρο επαναστατικής πολιτικής, στον οποίο είναι από τις αρχές της δεκαετίας του '60 που άρχισαν απόπειρες να ανασυγκροτηθεί. Στις αρχές της δεκαετίας του '60 ήταν η εποχή που σε μια μακρινή χώρα σε άλλη ήπειρο στην Κούβα, στα βουνά της Κούβας οι αντάρτες του Τσε, του Φιντέλ και του Σιενφουέγος γράφουν ένα ποίημα ρήξης με τα δόγματα της αριστεράς και στέλνουν το αντάρτικο σινιάλο με τον λόγο τους, ότι ο επαναστάτης δεν μπορεί να κάθεται μπροστά στο κατώφλι του σπιτιού του να περιμένει να περάσει η νεκρική πομπή του καπιταλισμού, ότι χρέος του επαναστάτη είναι να κάνει την επανάσταση. Σε αυτό τον κενό χώρο της πολιτικής της σύγκρουσης, στον κενό χώρο επαναστατικής πολιτικής αρχίζει να μορφοποιείται το επαναστατικό ρεύμα, γύρω στα μέσα της δεκαετίας του’60, σχηματοποιήθηκε ακόμα περισσότερο στο διάστημα της δικτατορίας, και στη συνέχεια μέσα από διαδικασίες που δεν είναι εδώ ώρα να αναπτύξουμε, προέκυψαν οργανώσεις ένοπλης αντιβίας όπως η 17Ν. Η 17Ν θεωρούσε ότι το πέρασμα στο σοσιαλισμό με αυτοδιαχείριση και άμεση δημοκρατία θα γινόταν μόνο επαναστατικά και ότι το αντάρτικο πόλης θα προετοίμαζε υλικά, πολιτικά, ιδεολογικά, ψυχικά το λαϊκό κίνημα για τη μεγάλη σύγκρουση. Θα σκιαγραφήσω πολύ συνοπτικά την ιστορία της 17Ν, γιατί έχει σημασία. Είναι ένας κρίκος στην επαναστατική διάρκεια. Η 17Ν εμφανίστηκε σε μια εποχή έντονων ριζοσπαστικών και ακηδεμόνευτων ταξικών αγώνων, την εποχή των μεγάλων ελπίδων για την έφοδο στον ουρανό. Η πορεία της ακολουθεί την πορεία της ελληνικής κοινωνίας, η ιστορία της είναι ένα κομμάτι της ελληνικής Ιστορίας. Η πρώτη περίοδος ένοπλης παρέμβασης ήταν από τα μέσα μέχρι το τέλος της δεκαετίας του '70 , ύστερα ακολουθεί μια δεκαετία πυκνής ένοπλης δράσης από το '83 μέχρι το '92 με σκοπό να οργανωθεί και να κινητοποιηθεί ο λαός, να δημιουργηθεί επαναστατική συνείδηση. […] από το βιβλίο των προκηρύξεων της 17Ν, εκδόσεις Κάκτος, σελίδα 204, είναι μια ανάλυση γραμμένη το 1986 και λέει ότι «η χώρα οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στην οικονομική χρεοκοπία και καταστροφή. Η διαδικασία της αποβιομηχανοποίησης και αποσύνθεσης της κοινωνίας που έχει αρχίσει, οδηγεί σίγουρα στην χρεοκοπία, στην καταστροφή, τον μαρασμό, στην εναπόθεση της τύχης της χώρας στις αγαθές προθέσεις των δυτικών τραπεζών, της ΕΟΚ, του ΔΝΤ». Κάνω μια παρένθεση για να πω ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έχει αρχίσει να υλοποιεί την κορυφαία επιλογή της άρχουσας τάξης, την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ. Που με το που ξεκίνησε η ένταξη, σαρώθηκε αμέσως η όποια μεταποιητική βάση και άρχισε η καταστροφή του πρωτογενούς τομέα της οικονομίας που μας οδήγησε σε αυτά τα χάλια. Τότε το ΠΑΣΟΚ αντί να αναδιοργανώσει την οικονομία ακολούθησε τη βασική επιλογή του κεφαλαίου, την ανάπτυξη εντός εισαγωγικών, μέσω συνεχώς διογκωνόμενου δημόσιου δανεισμού. Κοιτάξτε - εγώ εξηγώ τις κρίσεις του καπιταλισμού από την μαρξιστική οπτική που λέει ότι η άναρχη επέκταση του κεφαλαίου σκοντάφτει πάνω στα εσωτερικά του όρια. Για να τα ξεπεράσει υιοθετεί κάποια μέτρα, όμως ξανά οι ίδιοι φραγμοί ύστερα από λίγο ορθώνονται ακόμα ισχυρότεροι μπροστά του. Η κρίση του '75 ξεπεράστηκε με τη νεοφιλελεύθερη απορύθμιση και κυρίως με την ανάπτυξη μέσω δανεισμού. Αυτό δεν ίσχυσε ειδικά για την Ελλάδα. Αυτό ίσχυε παντού. Αν δείτε τους πίνακες του δημόσιου χρέους των ευρωπαϊκών χωρών, ενώ μέχρι το 1980 είναι μπορώ να πω σε μονοψήφιο αριθμό, μετά το 1980 αυτό απογειώνεται. Είναι η πολιτική του καπιταλισμού για να ξεπεράσει την κρίση, τη δομική του κρίση, ύστερα από μια αδιατάρακτη πορεία συσσώρευσης από το 1945 ως το 1975. Στην Ελλάδα ο άφθονος δημόσιος δανεισμός καλύπτει την καταστροφή της παραγωγικής της δομής, ενθαρρύνεται ο καταναλωτισμός και αναπληρώνεται το κενό από την αποφορολόγηση των πλουσίων ενώ ταυτόχρονα ανοίγεται το πεδίο δράσης για αυτά τα ιδιοτελή, φιλόδοξα καθάρματα και το όργιο της ρεμούλας τους. Ουσιαστικά, η Ελλάδα χρεοκόπησε το '85. Το 1985 φάνηκε καθαρά ότι είναι αδύνατον να το αποπληρώσουμε το χρέος. Φτάσαμε στο χείλος της χρεοκοπίας, ο τότε διοικητής της Τράπεζα Ελλάδος Δημήτρης Χαλικιάς το παραδέχεται σε μια συνέντευξη που δίνει στον Οικονομικό Ταχυδρόμο στις 8/1/1988 και λέει ότι η χώρα βρέθηκε στο χείλος της κατάρρευσης. Τότε ο Παπανδρέου χρειάστηκε να επαναφέρει τον άνθρωπο της ΕΟΚ, τον Σημίτη. Από το 1985, λοιπόν, έκαναν τη χώρα έρμαιο των μεγάλων δυτικών τραπεζών. Να διαβάσω ακόμα μία πρόταση: «Γνωρίζουν οι κυβερνώντες ότι η μόνη λύση θα είναι και πάλι ο δανεισμός και συνεπώς η ουσιαστική χρεοκοπία της χώρας και η πλήρης υποτέλεια στις δυτικές τράπεζες, ανεξάρτητα από τη μορφή που θα πάρει. Αυτές θα αποφασίζουν για τις τύχες της οικονομίας και συνάμα για τις πολιτικές της τύχες. Οδηγούμαστε όχι μόνο στη χρεοκοπία, τον μαρασμό, την πλήρη εξάρτηση από τις τράπεζες, αλλά και σε μια σκληρή δεξιά ημιφασιστική λύση, με πτώση πάνω του από 50% του βιοτικού επιπέδου, σε περίπου 2-3 χρόνια και μαζική ανεργία», αυτό που γίνεται τώρα. Αυτό δεν έγινε τότε γιατί υπήρχε ακόμα αυτή η πολιτική της επέκτασης μέσω του άφθονου δανεισμού. Να συνεχίσω πολύ συνοπτικά, η δεκαετία του '80 που είναι και η δεκαετία της πυκνής δράσης 17Ν είναι ταυτόχρονα η δεκαετία της ενσωμάτωσης, του ιδιωτικού, της απαξίωσης κάθε έννοιας της συλλογικότητας. Ακολουθεί η δεκαετία του '90, της εξάντλησης του σχεδίου του αντάρτικου πόλης, αγγίζει τα όριά του. Είναι η σκληρή δεκαετία του '90 με 2000, όταν κορυφώνεται η ηγεμονία της αστικής ιδεολογίας, το λάιφ στάιλ, όταν ολοκληρώνεται η διαδικασία της διακοπής της συνέχειας της ιστορίας των αγώνων, της συλλογικής μνήμης, όλα εκείνα που προωθούσε ο καπιταλισμός για να διατηρήσει την κυριαρχία του, και όλα αυτά τα οποία μας έφεραν σε αυτή την κατάσταση. Εκείνη τη δεκαετία και η 17Ν και οι χώροι που προέκριναν μια πολιτική σύγκρουσης και ρήξης συρρικνώνονταν. Εκείνη την άνυδρη δεκαετία, όσοι φύλαγαν απ’ το νερό της αγωνιστικής μνήμης και της επαναστατικής παράδοσης κρατούσαν ζωντανές τις ρίζες του δέντρου της αντίστασης. Η 17Ν προσπάθησε να κρατήσει κάτω από τις στάχτες του καταναλωτισμού, της παραίτησης, της αποστράτευσης, του ατομικισμού, της πλήρους αστικοποίησης των συνδικαλιστικών και πολιτικών ηγεσιών, να κρατήσει κάτω από αυτές τις στάχτες ζωντανή τη φλόγα της ελπίδας, τη φλόγα της σύγκρουσης. Ύστερα από εκείνο το τρομερό καλοκαίρι του 2002 που έκλεισε ο κύκλος της 17Ν, ανοίγει ο κύκλος του Επαναστατικού Αγώνα. Τα μέλη του ΕΑ έκαναν τη δική τους ανάλυση της κοινωνικής πραγματικότητας, διαπιστώσανε ότι υπάρχει κοινωνικός πόλεμος, ότι δεν υπάρχει αληθινή δημοκρατία, δεν υπάρχει αληθινή δικαιοσύνη, έφτασαν στο συμπέρασμα ότι για να πάμε στην αταξική κοινωνία, σε αυτή την κοινωνική μορφή που ονειρεύονται και περιγράφουν στα κείμενά τους, χρειάζεται επανάσταση. Θέτουν το ερώτημα στον εαυτό τους: «Αν όχι τώρα, πότε;», «αν όχι εμείς, ποιοι;» και δίνονται ολόψυχα σε αυτόν τον αγώνα. […] Οι ελευθεριακές οργανώσεις προσαρμόζουν ανάλογα με το όραμα, το στρατηγικό τους στόχο, και την τακτική τους, εφαρμόζουν εμβρυακά και μέσα στην οργάνωσή τους τις κοινωνικές μορφές που ονειρεύονται. «Μια οργανωτική δομή με οριζόντιο χαρακτήρα χωρίς αντιπροσώπους, ούτε επαγγελματίες της πολιτικής ζωής» Μιλούν ακόμα για την παραγωγική ανασυγκρότηση. «Να πάρουμε στα χέρια μας όλα τα παραγωγικά μέσα και τις παραγωγικές μονάδες και να τις κοινωνικοποιήσουμε». «Τα ίδια τα εργατικά συμβούλια να καθορίζουν τι θα παραχθεί και για ποιους. Έξω από κάθε λογική ανταγωνισμού και ανάπτυξης, έξω από τις πρακτικές και τις αξίες της αγοράς». Αυτός ήταν ο λόγος τους. Η δράση τους εξυπηρετούσε αυτό το λόγο. Ήταν μια δράση με συνέπεια και διάρκεια δράση που υπηρετούσε το όραμά τους. Χτυπούσαν συμβολικά και παραδειγματικά στόχους που συμβόλιζαν την οικονομική, την πολιτική, την κοινωνική εξουσία. Ήθελαν να πείσουν ολοένα και ευρύτερες κοινωνικές μερίδες ότι ο μόνος τρόπος για να βγούμε από αυτή την κρίση, να γλιτώσουμε από την καταστροφή είναι η κοινωνική ενεργοποίηση, η κοινωνική επανάσταση. Ήθελαν να λειτουργήσουν ως μια συσπείρωση, ως ένας πόλος, ως ένας εξεγερτικός πυρήνας… Ήθελα να πω επίσης ότι η στράτευσή τους ήταν ολοκληρωτική. Δόθηκαν ολόψυχα σε αυτό που πίστευαν. Από αυτή τη δράση δεν προσδοκούσαν κανένα κέρδος, δεν αποσκοπούσαν σε κανενός είδους όφελος. Αντίθετα, είχαν ένα τρομακτικό κόστος. Ένας σύντροφός έπεσε νεκρός. Οι ίδιοι έχασαν την ελευθερία τους. […] οι οργανώσεις αυτές που ονειρεύονται μια κοινωνία δίχως εξουσία, δίχως κράτος, μια κοινωνία αυτοδιεύθυνσης, ατομικής και συλλογικής αυτοδιαχείρισης. Σε αυτό το μοντέλο δεν υπάρχει επιτελείο. Δεν υπάρχει μια κεντρική διεύθυνση. Δεν υπάρχει αρχηγός και στρατιώτες. Δεν υπάρχουν διευθυντές και διευθυνόμενοι. Το ίδιο σε εμβρυακή μορφή εφαρμόζεται και στο εσωτερικό των οργανώσεων αντιβίας, και ιδιαίτερα στις αναρχικές οργανώσεις της λαϊκής αντιβίας. Οι αναρχικοί, για να το πω απλά, έχουν αλλεργία στους αρχηγούς. Έχουν αλλεργία στους αρχηγούς, δεν τους μπορούν τους αρχηγούς. Αυτό συμβαίνει και από την ίδια τη φύση αυτής της οργάνωσης, από την ίδια τη συγκρότηση της ομάδας. Γνωρίζω από τη δική μου εμπειρία, από τα διαβάσματα μου επίσης ότι στο επαναστατικό κίνημα, είτε της μαρξιστικής αναφοράς, είτε της αναρχικής, ιδιαίτερα της αναρχικής, ότι στις ένοπλες οργανώσεις δεν υπάρχουν αρχηγοί. Αυτό είναι πιο κατανοητό όταν πρόκειται για ολιγομελείς ομάδες, εκεί είναι λίγα τα άτομα και οι σχέσεις είναι προσωπικές. Αυτό ισχύει για όλες τις μικρές οργανώσεις όπου οι σχέσεις είναι προσωπικές, όμως και οι αγωνιστές από την ίδια την ιδεολογία τους δεν μπορούν να δεχτούν κάποιον αρχηγό. Αλλά και από το ίδιο το είδος της δράσης. Δηλαδή όταν κάποιος πρέπει να πάρει μια τόσο σοβαρή απόφαση, πρώτα από όλα για τον εαυτό του, να διακινδυνέψει τα πάντα, την ελευθερία, τη ζωή του. Αυτό δεν μπορεί να γίνει με διαταγή κάποιου. Να του πει «πήγαινε κάνε αυτό ή εκείνο». Αλλά και από την άλλη πλευρά. Για να προβείς σε αυτή τη δράση, γιατί σας είπα πριν στον χώρο του επαναστατικού κινήματος δε βρίσκεις εύκολα λάτρεις της βίας, αυτούς αναζητήστε τους αλλού, για να προβείς σε μια ενέργεια χρειάζεται μια εσωτερική διεργασία. Αυτό δεν μπορεί να γίνει κατόπιν εντολής, αλλά κατόπιν εσωτερικής διεργασίας, εσωτερικής διαδικασίας και υπέρβασης. […] η ανάληψη της ευθύνης είναι κατ’ αρχήν πράξη μέγιστης ευθύνης. Και εδώ τίθεται ένα ζήτημα πολύ σοβαρό και πολύ μεγάλο. Εγώ θα ήθελα να το γενικεύσω. Να πω πρώτα πρώτα για το ζήτημα της ευθύνης. Δηλαδή όλοι σε αυτή τη κοινωνική συγκρότηση έχουμε κάποιον κοινωνικό ρόλο. Και όλοι έχουμε, πρέπει να έχουμε, προσωπική ευθύνη. Να πούμε για τον χώρο της πολιτικής. Έχετε ακούσει κανέναν να αναλαμβάνει πολιτικές ευθύνες; Μάλιστα, άκουσα κάποιον πρόσφατα από αυτούς τους φιλόδοξους και ιδιοτελείς, ακούσατε πώς τους χαρακτηρίζει ο Γληνός, να λέει ότι οι πολιτικές ευθύνες αποδίδονται. Φυσικά αποδίδονται, και ο ελληνικός λαός ξέρει και θα τους τις αποδώσει όπως τους αξίζει, αλλά οι πολιτικές ευθύνες αναλαμβάνονται. Θα ήθελα να συνεχίσω τη γενίκευση και να πω ότι και σεις κύριοι δικαστές, έχετε την προσωπική σας ευθύνη. Δηλαδή από την ίδια τη θέση σας εδώ, από αυτά τα έδρανα, από αυτό το δικαστήριο, τη μορφή του δικαστηρίου δηλαδή που συγκροτείτε, θα έλεγα ότι στην εποχή της σχετικοποίησης των πάντων, σχετικοποιείται ακόμα και ο όρκος του δικαστή. Λέω δηλαδή ότι η συμμετοχή σας σε ένα τέτοιο ειδικό δικαστήριο, ουσιαστικά συνιστά την παραβίαση του συντάγματος. Το άρθρο 97. Επιπλέον, δικάζοντας μία υπόθεση πολιτική και σε αυτό το σημείο θα ήθελα να διαβάσω κάτι που έγραψε ο καθηγητής Κώστας Μπέης, μια ευγενική μορφή, ιερέας και δικός σας δάσκαλος, με ημερομηνία της 1/10/2002 με τίτλο «Ο δικαιικός πολιτισμός στο στόχαστρο», λέει ότι «μόνο οι ανόητοι δεν βλέπουν ότι η βία είναι μια μορφή πολιτικής" και συνεχίζει απευθυνόμενος στους δικαστές, τους συναδέλφους σας που συμμετέχουν σε ένα τέτοιο ειδικό δικαστήριο ότι «μια ποινική διαδικασία που μεθοδευμένα παραβλέπει την υπαρκτή πολιτική διάσταση των επίδικων εγκλημάτων, έχει εξαρχής χάσει ένα μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας της». Και ο καθηγητής Μπέης δεν είναι θιασώτης της αντιβίας, αντίθετα την καταδικάζει. Και για αυτό έχει μεγαλύτερη αξία να ακούμε τέτοια πράγματα […] Όσον αφορά την ευθύνη των συντρόφων του ΕΑ, η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης σημαίνει ότι είμαι αυτός, «Αποδέχομαι το πρόγραμμα και τις αρχές της οργάνωσης». Δεν σημαίνει ότι αποδέχομαι το κατηγορητήριο. Δεν μπαίνουν σε μια τέτοια λογική. Δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Δεν αποδέχονται αυτό που λέει το κατηγορητήριο, δεν νοιάζονται, δεν ασχολούνται με αυτό. Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι κάτι παραπάνω από την προσωπική τους ελευθερία, είναι η υπεράσπιση των επιλογών τους και η υπεράσπιση του προγράμματος της οργάνωσης. […] Ένα χαρακτηριστικό των επαναστατών, με την έννοια που ανέφερα πιο πριν της ευθύνης τους, ένα χαρακτηριστικό είναι η κριτική και η αυτοκριτική που κάνουν. Αυτή γίνεται. Να είστε σίγουροι ότι γίνεται. Απλώς αυτή η διαδικασία της κριτικής και της αυτοκριτικής δεν μπορεί να γίνει σε μια δικαστική αίθουσα. Γίνεται απέναντι στον αποδέκτη του λόγου μας, γίνεται απέναντι στην κοινωνία. Κρίνοντας από την απόσταση του χρόνου, λέω ότι αν η 17Ν συνέβαλε σε κάτι ήταν στην επαναστατική διάρκεια. Το ότι προσπάθησε να κρατήσει τη φλόγα της εξέγερσης αναμμένη σε δύσκολους καιρούς. Το ότι έδειξε ότι οι ισχυροί δεν είναι άτρωτοι. Αυτό νομίζω είναι μια συμβολή. Δηλαδή η συμβολή στο επαναστατικό παρόν και στην πίστη για την επαναστατική ανατροπή, για να ’ρθει η εποχή του Ανθρώπου. […] Οι επαναστατικές οργανώσεις θεωρούν ότι η κοινωνική επανάσταση είναι έργο ολόκληρης της κοινωνίας. Είναι έργο του λαού. Οι επαναστατικές οργανώσεις χρησιμοποιούν και τη λαϊκή αντιβία, προσπαθώντας να λειτουργήσουν ως προωθητής, ας πούμε, της κοινωνικής συνείδησης. Η επανάσταση, όπως την αντιλαμβάνομαι είναι μια διαλεκτική σύνθεση βίας και μη βίας, ειρηνικών και δυναμικών μέσων, μαζικών και ένοπλων πρακτικών. Οι ίδιοι οι επαναστάτες, οι ένοπλοι επαναστάτες χρησιμοποιούν την αντιβία, αν θέλετε, «στραβώνουν το ραβδί» προς την αντίθετη κατεύθυνση, και ως απάντηση στον φετιχισμό της μη βίας. Σας είπα και πιο πριν για την αντίφαση, την οποία βιώνει το μέλος της επαναστατικής οργάνωσης και η συλλογικότητα: το να επιδιώκεται μια κοινωνία όπου δεν θα υπάρχει βία και να αναγκάζεται να φτάσει εκεί καταφεύγοντας στη βία. Αυτή την αντίφαση που βιώνεται και ατομικά και συλλογικά μπορούμε να την επιβεβαιώσουμε κοιτάζοντας αυτές τις 16-17 ενέργειες της οργάνωσης όπου χρησιμοποιήθηκε το ελάχιστο ποσοστό βίας, η ελάχιστη ποσότητα βίας. Αυτό νομίζω ότι είναι και μια απάντηση. Δεν υπάρχει κανένας φετιχισμός των όπλων. Αυτό που θέλει να δείξει μια επαναστατική οργάνωση είναι ότι εκ των πραγμάτων, όπως μας δείχνει η ιστορική εμπειρία, η επανάσταση θα γίνει με τη χρήση και της βίας. […] Ένα κομμάτι της κοινωνίας, ναι, τρομοκρατήθηκε. Οι πλούσιοι, οι ισχυροί μπορώ να πω ότι σε ένα βαθμό τρομοκρατήθηκαν. Η κοινωνία η ίδια ποτέ δεν ένιωσε ότι απειλείται από αυτή την δράση που δεν στρεφόταν ποτέ εναντίον του λαού. Αυτό που μπορώ να σας πω, είναι ότι πρόκειται και για μετρήσιμο μέγεθος, δημοσκοπικά. Ακόμα και στις χειρότερες συνθήκες, το καλοκαίρι του 2002, με όλον εκείνο τον βομβαρδισμό από τα ΜΜΕ, την τρομοϋστερία, την επιστράτευση όλων των ιδεολογικών μηχανισμών του συστήματος, σε σφυγμομετρήσεις που έγιναν τότε, τοποθετούνταν σε ένα πολύ πολύ μικρό ποσοστό αυτοί που έλεγαν ότι απειλούνται ή ένιωθαν ότι τρομοκρατούνται από τις επαναστατικές οργανώσεις. […] αυτό το εφεύρημα που αναφέρατε για τους ηθικούς αυτουργούς είναι καθαρά ένα εφεύρημα για να υπάρχει μεγάλη ποινή, χωρίς να υπάρχει κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο. Θα σας πω μια και το αναφέρατε, μια ειρωνεία της Ιστορίας. Για τον Κώστα Γουρνά, ο οποίος έχει γεννηθεί στο Μαντούδι. Το Μαντούδι των αγώνων όπως θα θυμούνται οι μεγαλύτεροι, και ιδιαίτερα για μένα που συμμετείχα στο κίνημα αλληλεγγύης τότε, με τις απεργίες και τις διώξεις που είχαν γίνει, είναι μια στιγμή από τις σημαντικές του κοινωνικού πολέμου στη χώρα. Ο Κώστας Γουρνάς μεγάλωσε μέχρι τα 18 του στο Μαντούδι, σε ένα περιβάλλον με νωπές τις μνήμες από τις μαχητικές απεργίες των μεταλλωρύχων στα κάτεργα του Σκαλιστήρη και του Παπαστρατή, με την καταστολή την άγρια που ακολούθησε, όταν πήγαν όλοι οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του κράτους: αστυνομία, χωροφυλακή, κλούβες, ΜΑΤ, αύρες, κηρύχτηκε μέχρι και στρατιωτικός νόμος. Σ’ αυτό το περιβάλλον μεγάλωσε ο Κώστας, εκεί διαμορφώθηκε ως άνθρωπος και ως αγωνιστής. Μέσα στα πλαίσια εκείνης της κατασταλτικής πολιτικής τότε, η ανεξάρτητη δικαιοσύνη, κύριε Πρόεδρε, διάλεξε μέσα από τον σωρό των εκατοντάδων απεργών τους πιο μαχητικούς, τους όρισε αρχηγούς -θα λέγαμε σήμερα διευθυντικά στελέχη- τους παράπεμψε όλους ως ηθικούς αυτουργούς, τους δίκασε και τους καταδίκασε. Η ειρωνεία της ιστορίας είναι αυτή, το ότι ο Κώστας, ο απόγονος εκείνων των αγώνων αντιμετωπίζει την ίδια μεθόδευση πολιτικών αντιπάλων. Όσο αφορά τώρα για το άλλο ερώτημα, συνολικά τι θα γίνει, να σας πω. Προ ημερών μίλαγα με έναν φίλο μου γέρο αγρότη που με τιμά με τη φιλία του, απ’ την Κορινθία και του λέω, κυρ Χρήστο πώς τα βλέπεις τα πράγματα; Και απάντησε με αυτή τη λαϊκή σοφία που πιάνει την πραγματικότητα, την συμπυκνώνει, τη διυλίζει μέχρι να βγει στάλα πικρή, ένα μικρό απόφθεγμα. Και είπε: Δημήτρη, ο ραγιάς άντεξε 400 χρόνια σκλαβιάς των Τούρκων, ο ραγιάς μπορεί ν’ αντέξει άλλα εκατό των Γερμανών και του ΔΝΤ. Αυτό θα γίνει αν ο Έλληνας γίνει ραγιάς, αν του τσακίσουν την ψυχική αντίσταση. Αληθινά, για να ξαναθυμηθούμε τον Γληνό, ο φριχτότερος εχθρός μας ετούτη τη στιγμή θα ήταν η παθητική αποδοχή της μοίρας μας, η αποκαρδίωση, η απελπισία, η μοιρολατρία. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας, υπήρχε ένα εξεγερτικό δυναμικό του λαού, κάθε μια γενιά έκανε τη δική της εξέγερση, τη δική της επανάσταση. Σήμερα, σας είπα, είμαστε το εργαστήρι του καπιταλισμού. Ο καπιταλισμός πλέον δεν ξέρει πώς να ξεπεράσει την κρίση, αλλά δεν κάθεται με σταυρωμένα χέρια. Μας επιτίθεται για να μας φορτώσει όλα τα βάρη της κρίσης του, να διαμορφώσει εκείνες τις συνθήκες για να μεγαλώσει την εκμετάλλευση. Ο μόνος τρόπος για να το σταματήσουμε αυτό είναι η εξέγερσή μας. Αν το καταλάβουμε αυτό, αν θα ξυπνήσει η συνείδηση, η μνήμη των αγώνων, τότε μονάχα θα έχουμε ελπίδα επιβίωσης […].

Ετικέτες , ,

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Αρχική σελίδα