Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2009

RUSALKA

"Rusalka" (op. 114) ή "Πόσο αξίζει μια ανθρώπινη ψυχή": όπερα του Antonín Dvořák (1841 - 1904) βασισμένη στο λιμπρέτο του ποιητή και δραματουργού Jaroslav Kvapil (1868 – 1950). Το έργο (λυρικό παραμύθι σε τρεις πράξεις, το οποίο ο συνθέτης ολοκλήρωσε προς το τέλος του 1900) δανείζεται πολλά στοιχεία από το παραμύθι του Hans Christian Andersen "Den lille havfrue" ("Η μικρή γοργόνα"). Η Rusalka, νύμφη του νερού (κοινώς, νεράιδα), κατοικεί σε μια λίμνη, στην καρδιά ενός πυκνού και σκοτεινού δάσους˙ είναι ερωτευμένη με έναν πρίγκιπα ο οποίος λούεται συχνά στη λίμνη κι επιθυμεί διακαώς να πάρει ανθρώπινη μορφή (δηλαδή, να απαρνηθεί τον υπερφυσικό κόσμο) για να μπορέσει να συνευρεθεί με τον εκλεκτό της. Για να αποκτήσει ανθρώπινη υπόσταση, δέχεται να πιει ένα φίλτρο που της ετοίμασε μια μάγισσα˙ το αντίτιμο της εισόδου της στον κόσμο των ανθρώπων είναι να παρίσταται άλαλη. Ο πρίγκιπας την ερωτεύεται σφόδρα και την παίρνει στον πύργο του για να την παντρευτεί. Στη δεύτερη πράξη, ο πρίγκιπας γοητεύεται από μια ξένη πριγκίπισσα και η Rusalka επιστρέφει απογοητευμένη στον κόσμο των πνευμάτων. Στην Τρίτη (και τελευταία) πράξη, η Rusalka περιπλανάται αποδιωγμένη από τις υπόλοιπες νύμφες και ο μόνος τρόπος για να γίνει δεκτή είναι να θανατωθεί εκείνος που ευθύνεται για τη δυστυχία της. Ο πρίγκιπας την αναζητεί, επιδιώκοντας τη συγχώρεσή της και τα φιλιά της˙ παρά τις προειδοποιήσεις της, εκείνος επιμένει και ξεψυχά στην αγκαλιά της. Η Rusalka βυθίζεται στη λίμνη.

Το δεύτερο μέρος της τελευταίας σκηνής, ερμηνευμένο από τους ηθοποιούς Magdaléna Vášáryová και Milan Kňažko (με τις φωνές των Gabriela Beňačková και Peter Dvorský, αντίστοιχα).

η υψίφωνος Růžena Maturová, πρώτη "Rusalka" επί σκηνής...
"Rusalka" (1968), πίνακας του Konstantin Vasiliev
Το συγκεκριμένο έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στο Εθνικό Θέατρο της Πράγας, στις 31 Μαρτίου 1901 (Rusalka, η υψίφωνος Růžena Maturová). Την Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009, επρόκειτο να πραγματοποιηθεί η πρώτη (πανελλαδικώς) παρουσίαση της όπερας στο θέατρο "Ολύμπια" (συμπαραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με την όπερα της γαλλικής πόλης Nice) υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση της Marion Wassermann. Τι διαφορετικό είχε η παράσταση αυτή; την έντονη αντίδραση του διοικητικού συμβουλίου της Ορχήστρας της Ε.Λ.Σ. εναντίον των επιλογών της γαλλίδας σκηνοθέτιδας. Συγκεκριμένα, στους θεατές μοιράστηκαν (εντύπως) οι προσωπικές απόψεις της πλειοψηφίας του Δ.Σ. της Ορχήστρας, εν είδει σκηνοθετικής κριτικής. Έτσι, η παράσταση «δεν πληροί τον εκπαιδευτικό χαρακτήρα της Ε.Λ.Σ. (...)» και «(...) η συγκεκριμένη σκηνοθετική απόδοση, εκτός του ότι αλλοιώνει το λιμπρέτο, προσδίδει στον κεντρικό ήρωα του έργου ομοφυλοφιλικές τάσεις με ακραίες σκηνές (...)». Στο τέλος της παράστασης, οι θεατές συμπεριφέρθηκαν με δύο διαφορετικούς τρόπους: θερμά χειροκροτήματα οι μεν, ζωηρές αποδοκιμασίες οι δε. Η σκηνοθέτις ανέβηκε στη σκηνή κι επιχείρησε να πει κάτι, αλλά οι επικριτές της (μουσικοί) δεν την άφησαν˙ την Κυριακή αναχώρησε για τη Γαλλία. Οι κατήγοροί της σκανδαλίστηκαν (ή, ενοχλήθηκαν) από το "πείραγμα" που έκανε στην υπόθεση: επικεντρώθηκε στον ρόλο του πρίγκιπα και η νεράιδα δεν υπάρχει. Βασικός άξονας της παράστασης είναι η απαγορευμένη ερωτική επιθυμία, μέσω της παρουσίασης των σχετικών επιθυμιών του βασιλιά Λουδοβίκου Β’ (Ludwig II, 1845-1886) της Βαυαρίας. Η ίδια η σκηνοθέτις διευκρινίζει: «(...) Το ζήτημα στη συγκεκριμένη παράσταση δεν είναι αν ο πρίγκιπας είναι ή όχι ομοφυλόφιλος. Εμπνευστήκαμε από τη ζωή του Λουδοβίκου Β’ της Βαυαρίας. Για εμάς, λοιπόν, στην παράσταση, ο πρίγκιπας δεν είναι χαρούμενος με τα καθήκοντά του ούτε με τη ζωή του. Γι’ αυτό δραπετεύει σε έναν φανταστικό κόσμο, στον οποίον η Ρούσαλκα είναι η άλλη πλευρά του – η θηλυκή. Αυτό είναι όλο! (...) Είναι το θηλυκό του κομμάτι. Αντιπροσωπεύει την ψυχή, τα όνειρα και τις μαγικές του ανάγκες, απαραίτητα στοιχεία για να αντέξει τον κόσμο και την ίδια του τη ζωή. Όπως έκανε και ο Λουδοβίκος Β’ (...) Κι όταν ο πρίγκιπας κοιτά στο νερό, αντικρίζει απλώς το είδωλό του (...)». Το είδωλό του ασπάζεται (στο στόμα) ο πρίγκηψ και αντιδρούν οι καταγγέλοντες: «(...) Το κακό έχει παραγίνει (...) Το ίδιο θα αντιδρούσαμε και για μια ακραία σκηνή βιασμού. Την κλασική παιδεία υπηρετούμε. Τι εξηγήσεις θα δώσουμε σε ένα παιδάκι που ήρθε να δει ένα εξωτικό παραμύθι και βλέπει δύο άντρες να φιλιούνται; Πρέπει να μπουν κάποια όρια (...)», διακηρύσσει ο Θοδωρής Μαυρομάτης (πρόεδρος του Δ.Σ. της Ορχήστρας της Ε.Λ.Σ.), εξομοιώνοντας (εμμέσως, πλην σαφώς) την άσκηση βίας με τις ελεύθερες και συνειδητές προσωπικές επιλογές και καταδικάζοντας (συμπεριφερόμενος ως Ταλιμπάν ή σοβιετικός γραφειοκράτης) ό,τι παρεκκλίνει από το αυστηρώς κλασσικό και την πεπατημένη.
Το κείμενο διαμαρτυρίας που διένειμε το Δ.Σ. της Ε.Λ.Σ.
Οι κριτικοί δεν είδαν με καλό μάτι την αντίδραση των μουσικών και μίλησαν για προσπάθεια λογοκρισίας («η Αθήνα δεν είναι Τεχεράνη»), υπερασπιζόμενοι την παράσταση. Ενδεικτικά, ο Γιάννης Σβώλος έγραψε μεταξύ άλλων ("Ελευθεροτυπία", 09.03.2009): «(...) Η Ρούσαλκα χάνει τη φωνή της ελπίζοντας μάταια να κερδίσει τον πρίγκιπα που ποθεί˙ ο Λουδοβίκος, που οι Γερμανοί αποκαλούν Märchenkönig (Βασιλιά των παραμυθιών), είναι φορέας μιας "αγάπης που δεν τολμά να πει το όνομά της". Αμφότεροι σιωπούν, αμφότεροι αποτυγχάνουν και χάνονται: αυτή εξορίζεται ανάμεσα σε δύο κόσμους καταδικασμένη να σύρει άνδρες στον θάνατο, αυτός τρελαίνεται (...) Μακράν του να διαφημίζει την ομοφυλοφιλία, η διεισδυτική αλλά ταυτόχρονα ευσπλαχνική ματιά της ανατέμνει το μαρτύριο του Λουδοβίκου ως ηττημένου "άλλου", για τη διαφορετικότητα του οποίου δεν υπάρχει τόπος (...) Όσοι προτιμούν μόνο πλούσιο θέαμα, αφηγήσεις πρώτου επιπέδου και ρομαντικές συγκινήσεις (όλα αυτά που αποκαλεί ο Μπρεχτ "γαστριμαργική" εκτόνωση) ας μείνουν στο σπίτι με τα παιδιά. Όσοι ζητούν κάτι μουσικά συναρπαστικό, ψυχολογικά διεισδυτικό και σκηνικά άγριο, θα το βρουν σε αυτήν τη "Ρούσαλκα" με το παραπάνω!».
Σκίτσο του Γιάννη Καλαϊτζή ("Ελευθεροτυπία", 11.03.2009)

Είναι γνωστό και κοινώς παραδεκτό πως το βασικό χαρακτηριστικό των έργων τέχνης είναι ο δυσερμήνευτος (ή, ποικιλοτρόπως ερμηνευμένος) συμβολισμός αυτών. Εν τέλει, μια κλασική παρακαταθήκη τέχνης ή λόγου (θεατρικό κείμενο, μουσική σύνθεση, οτιδήποτε) αποτελεί μια ανέγγιχτη και στάσιμη "ιερή αγελάδα" ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εφαλτήριο για περαιτέρω παραγωγικούς πειραματισμούς και (ενδεχομένως) γόνιμους προβληματισμούς;

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα