Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

Ήθη και παραδόσεις...

Ως γνωστόν, οι περίφημες «εξεταστικές επιτροπές της Βουλής» αποτελούν έναν σίγουρο τρόπο για αποπροσανατολισμό και κουκούλωμα ανομιών, καθώς κι ένα πρόσχημα για ενίσχυση των αποδοχών των βο(υ)λευτάδων που ψωμίζονται από το χαμαιτυπείο της πλατείας Συντάγματος –πληρώνονται επιπλέον (εν είδει υπερωριών), για τη συμμετοχή τους στις επιτροπές και, μάλιστα, εντός «ωραρίου». Για του λόγου το αληθές, στην «Ελευθεροτυπία» της 31ης Μαΐου 2010 υπάρχει ένα ενδιαφέρον δισέλιδο, με τίτλο «Πολύ φασαρία για το τίποτα», στο οποίο παρουσιάζεται εν τάχει ένα χρονικό των σχετικών εγχειρημάτων από το 1985 έως σήμερα. Οπωσδήποτε, κορυφαία και αξεπέραστη στιγμή της εν λόγω επαναλαμβανόμενης (κατά καιρούς) φαρσοκωμωδίας, υπήρξε η απαξιωτική άρνηση του «λαοπρόβλητου» Ανδρέα Παπανδρέου να εμφανιστεί ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου, το 1989 –επιβεβαιώνοντας, έτσι, το σχετικό εδάφιο του Συντάγματος περί ισονομίας και ισοπολιτείας όλων των Ελλήνων. Κατά τα’ άλλα, ο διακοσμητικός θεσμός (θώκος τον οποίον, κατά διαστήματα, καταλαμβάνει κάποιος «σεβάσμιος γέροντας» απόμαχος της αστικοπολιτικής απάτης) δηλώνει με στόμφο και αποφασιστικότητα (δηλώσεις Παπούλια στις 3 Μαΐου 2010) ότι «πρέπει να παταχθούν όλοι αυτοί που πλούτισαν σε βάρος του ελληνικού λαού…» (μιλάνε για σχοινί στο σπίτι του κρεμασμένου;), ενώ κάποιοι πιο πονηρεμένοι φοβούνται ότι «αν δεν επέλθει κάθαρση ο πολιτικός κόσμος θα βρεθεί σε πλήρη απαξίωση…» και πως «αν δεν καταλογιστούν οι ευθύνες σε όσους οδήγησαν στο σημερινό αδιέξοδο, δεν πρόκειται να εκτονωθεί η οργή του κόσμου…». Νιώθουν πως το έδαφος υποχωρεί κάτω από τα πόδια τους…
Μία από τις εξεταστικές επιτροπές-παρωδία των ημερών μας «ερευνά» την «υπόθεση Siemens» ή μίζενς –σύμφωνα με τον εύστοχο αναγραμματισμό. Φυσικά, και οι (κατά τα’ άλλα πειθαρχημένοι και σοβαροί) Γερμανοί (όπως όλοι οι άνθρωποι επί της Γης) δεν είναι αδιάφθοροι άγιοι ούτε υπεράνω υλικών πειρασμών. Μάλιστα, έως τον Σεπτέμβριο του 1998, η τακτική της δωροδοκίας ξένων κυβερνητικών αξιωματούχων εκ μέρους γερμανικών εταιρειών ήταν κοινώς αποδεκτή πρακτική, καθ’ όλα νόμιμη και το σχετικό ποσοστό (συνήθως το 2% του τζίρου) εξέπιπτε από την εταιρική φορολογία και το διέθεταν χωρίς επίσημα παραστατικά. Βέβαια, η ποινικοποίηση των δωροδοκιών από τη γερμανική νομοθεσία υπαγορεύθηκε από εξωτερικούς παράγοντες και δεν υπήρξε αποτέλεσμα αυτοκριτικής ή διάθεσης για αυτοκάθαρση. Συγκεκριμένα, τον Σεπτέμβριο του 1998, ο Ο.Ο.Σ.Α. (κατόπιν πιέσεων των Η.Π.Α., οι οποίες διαθέτουν πιο «πειστικούς» τρόπους για τη διάδοση των προϊόντων τους) μετέτρεψε σε ποινικό αδίκημα τον χρηματισμό που αποσκοπεί στην εξασφάλιση συμβολαίων. Επίσης, το 2001, η Siemens εισήχθη στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης το οποίο, υποτίθεται, υπόκειται σε νόμο κατά της διαφθοράς –δηλαδή, απαγορεύεται το εμφανές λάδωμα. Έτσι, κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, ο γερμανικός όμιλος (ίσως ο μεγαλύτερος εξαγωγέας της Γερμανίας) υποχρεώθηκε να δείξει έμπρακτο έργο και προχώρησε σε μια εικονική (δηλαδή, της βιτρίνας και των εντυπώσεων) και μερική αυτοκάθαρση –σενάριο στο οποίο δεν υπήρχε περίπτωση να μη συμμετείχαν οι πλέον λιγούρηδες και ξεδιάντροποι πολιτικοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η παρατεταμένη σκανδαλολογία λειτούργησε ως κολυμβήθρα αναβάπτισης για τη Siemens («καθάρισε» το όνομά της και στους Γερμανούς εμπλεκόμενους επιβλήθηκαν αστείες ποινές-χρηματικά πρόστιμα) και βύθισε (για μία ακόμη φορά) στον άπατο βάλτο της αναξιοπιστίας τον (εξ ορισμού) αργυρώνητο και άπληστο πολιτικό κόσμο της ηρωικής Ψωροκώσταινας…

Μία από τις βασικές αρχές του σύγχρονου νομικού πολιτισμού αποτελεί το αξίωμα «ένοχος ένοχο ου ποιεί». Παρ’ όλα αυτά κι επειδή, όπως λέει και ο τρισκατάρατος βρικόλαξ εκ Χανίων (επιφανή μέλη της οικογένειας του οποίου εμπλέκονται στην υπόθεση), «οι Έλληνες λησμονούν εύκολα…» και «σε λίγα χρόνια κανείς δε θα θυμάται αυτήν την ιστορία…», ας δούμε κάποια σημεία από τις καταθέσεις του Χριστοφοράκου στην Εισαγγελία του Μονάχου (30.06.2009 – 15.07.2009): «Η συμφωνία για το 2% με τη μητρική εταιρεία δεν ήταν στον αέρα, υπήρχε και αντισυμβαλλόμενος, και συγκεκριμένα τα ίδια τα κόμματα για τα οποία, άλλωστε, προορίζονταν τα χρήματα. Στην Ελλάδα έτσι γίνεται, δέχεσαι συχνά τηλεφωνήματα από το κόμμα και σε παρακαλούν να τους δώσεις οικονομική ενίσχυση […] Τηλεφωνήματα δεχόμουν, για παράδειγμα, από τα κεντρικά γραφεία των δύο κομμάτων και συγκεκριμένα από τον κ. Κώστα Γείτονα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και από τον Ι. Βαρθολομαίο, τον οικονομικό διευθυντή της Ν.Δ. […] Στον κ. Γείτονα είπα καθαρά και ξάστερα (και πάντως τόσο καθαρά και ξάστερα, όπως μιλούν οι Έλληνες μεταξύ τους) ότι η Siemens θα δίνει πάντα χρήματα στα κόμματα για να στηρίξει το σταθερό δικομματικό σύστημα. Την εποχή εκείνη φοβόμουν και ανησυχούσα για τα συμφέροντα της εταιρείας μου. Ιδιαίτερα φοβόμουν ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν αποκλεισμοί και σκόπιμες καθυστερήσεις, όσον αφορά την παραλαβή του C4Ι, το οποίο ήταν ιδιαίτερα σημαντικό από την άποψη του κύρους και του γοήτρου. Σκεφτόμουν ότι η Siemens, συνεχίζοντας το σχέδιο της "χορηγίας του 2%", θα μπορούσε να κάνει μια επιπλέον χορηγία στο κόμμα, εφόσον το κόμμα φρόντιζε να παραληφθεί το έργο έγκαιρα. Η χορηγία μας θα ήταν μια προκαταβολή. Ο κ. Γείτονας μου απάντησε πολύ γενικά, αλλά για μένα ήταν σαφές, ότι θα έκανε ό,τι μπορούσε. Θα έκανε τις ανάλογες συζητήσεις και θα φρόντιζε για το θέμα αυτό. Έτσι, για μένα, όπως και για κάθε άλλον που έχει γεννηθεί στη χώρα αυτή και γνωρίζει τις ελληνικές συνήθειες, ήταν σαφές ότι ο κ. Γείτονας θα ασκούσε την απαραίτητη επιρροή στους δημοσίους υπαλλήλους. Από την άλλη πλευρά ήταν φυσικά και για κάθε Έλληνα δημόσιο υπάλληλο σαφές, ότι όταν του εκφραστεί μια τέτοια επιθυμία από κάποιο ανώτερο κομματικό στέλεχος, ο υπάλληλος είναι υποχρεωμένος να ενεργήσει σύμφωνα με την επιθυμία αυτή. Το μέλος του κόμματος, δηλαδή ο δημόσιος υπάλληλος γνωρίζει ότι αυτό συνήθως συνεπάγεται χορηγία στο κόμμα εκ μέρους της επιχείρησης και ότι με τον τρόπο αυτό προάγει και αυτός τα συμφέροντα του κόμματος. Έτσι, κατά την άποψή μου, είχαν επηρεαστεί επαρκώς οι δημόσιοι υπάλληλοι οι οποίοι ανήκαν στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. […] Το ίδιο έκανα, με την προσδοκία ότι θα επηρεαστούν και οι δημόσιοι υπάλληλοι εκείνοι οι οποίοι ανήκαν στη Ν.Δ. Με αυτόν τον σκοπό, μίλησα με τον κ. Βαρθολομαίο. Οι σχετικές συζητήσεις έγιναν σχεδόν ταυτόχρονα με τον κ. Γείτονα. Συνεχίστηκαν και το 2004, διότι τον Μάρτιο του 2004 έγιναν εκλογές και απ' αυτές νικητής αναδείχθηκε η Ν.Δ. Με τον κ. Βαρθολομαίο δεν συναντιόμουν στο γραφείο του, μετά από επιθυμία του ιδίου, αλλά στο ξενοδοχείο "Μεγάλη Βρετάννια". Ήμασταν οι δυο μας. Γι’ αυτόν τον λόγο, νοίκιασε, ειδικά, ένα δωμάτιο, το οποίο πληρωνόταν από τη Siemens. Αυτό έγινε μετά από ειδική επιθυμία του κ. Βαρθολομαίου. Ήταν σαφές ότι το θέμα που θα συζητούσαμε, ήταν ένα θέμα που απαιτούσε διακριτικότητα. Είπα και σε αυτόν ό,τι είχα πει στον κ. Γείτονα. Και αυτός με την προοπτική ότι θα έπαιρνε χρήματα για το κόμμα ήταν πρόθυμος να ασκήσει την επιρροή του στα μέλη του κόμματός του [...] Τα χρήματα που μεταφέρθηκαν μέσω της εταιρείας Fairways και τα οποία έφθασαν σε μένα -μαζί με τις πληρωμές του "σχεδίου του 2% της μητρικής εταιρείας" στην Placid Blue -πήγαν το Φθινόπωρο του 2004 στους δύο προαναφερόμενους, δηλαδή στον κ. Βαρθολομαίο, οικονομικό διευθυντή της Ν.Δ., και στον κ. Κ. Γείτονα του ΠΑ.ΣΟ.Κ., πρώην αντιπρόεδρο της Βουλής, ο οποίος μέσω του κόμματος, είχε επιρροή στις υφιστάμενες Αρχές. Τα χρήματα αυτά προορίζονταν για τα δύο μεγάλα κόμματα στην Ελλάδα: τη Νέα Δημοκρατία (Ν.Δ.) και το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑ.ΣΟ.Κ.) […] Στην Ελβετία εξακολουθούν να υπάρχουν χρήματα της Siemens σε δύο λογαριασμούς ιδιωτών. Οι ιδιώτες αυτοί είναι αχυράνθρωποι, δεν τους είχα πει τίποτα σχετικά με τον λόγο για τον οποίον γίνονταν οι πληρωμές. Δεν θέλω να αναφέρω σήμερα τα ονόματα των ανθρώπων αυτών, επειδή φοβάμαι ότι λόγω της -έστω και εν αγνοία τους- συμμετοχής στις πράξεις μου, θα αντιμετωπίσουν προβλήματα στη δουλειά τους ή ακόμα και θα διωχθούν ποινικά. Στον έναν από τους λογαριασμούς αυτούς υπάρχουν ακόμα περίπου 400.000 ευρώ. Στον άλλον περίπου 600.000 ευρώ. Τα χρήματα βρίσκονται εκεί, εδώ και περίπου έξι χρόνια τουλάχιστον. Απ' όσο μπορώ να θυμηθώ σήμερα, τα χρήματα μεταφέρθηκαν εκεί από έναν από τους λογαριασμούς του Καλδή, δηλαδή ή από το λογαριασμό της εταιρείας Placid Blue Corporation ή από το λογαριασμό της εταιρείας Sandybury. Ο λόγος της μεταφοράς ήταν ο εξής: Μέλη του ΠΑΣΟΚ ζήτησαν να μη μεταφερθούν τα χρήματα στην Ελλάδα, αλλά να κατατεθούν στην Ελβετία. Δεν θυμάμαι σήμερα ποιος ακριβώς ήταν. Πιστεύω πως ήταν ο κ. Τσουκάτος. Πάντως ο κ. Τσουκάτος ήταν την εποχή εκείνη το αρμόδιο άτομο με το οποίο συνομιλούσα. Όταν μεταφέρθηκαν τα χρήματα, η υπόθεση ξεχάστηκε. Αρχικά τα χρήματα έμειναν εκεί. Αργότερα, και συγκεκριμένα προς τα τέλη του 2005, έγιναν γνωστά τα μπλεξίματα και αποφασίστηκε να μην πειραχτούν οι λογαριασμοί αυτοί […]».
«Δεν μπορώ να καταλάβω, ποιο είναι το μυστικό της επιτυχίας σου;». Σκίτσο του Bernardo Erlich.

Ετικέτες ,

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Αρχική σελίδα